ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΟΣ
Βουλευτής Λακωνίας
Καλώς ορίσατε στην ιστοσελίδα μου

«Η ιατρική επιστήμη είναι για μένα ο βιωματικός μου χώρος. Μέσω αυτής προσπάθησα να υπηρετήσω τις αρχές και τις αξίες του ανθρωπισμού, της προσφοράς στον άνθρωπο, στο κοινωνικό σύνολο. Με αυτήν διατήρησα ζωντανή και αυθεντική  τη σχέση μου με τον τόπο μου.

Με αυτήν  ακολούθησα τον δρόμο της πολιτικής. Άλλωστε,  βαθιά πεποίθησή μου είναι πως η ιατρική και η πολιτική οφείλουν να έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Τη μέριμνα για τον πολίτη, για την κοινωνία.»

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Ομιλία Λ. Γρηγοράκου, Ειδ. Αγορητή της ΔΗΣΥ, στην Επιτρ. Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής επί του Σ/Ν "Ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτ. Αττικής και λοιπές διατάξεις". 15/2/2018


Ομιλία Λεωνίδα Γρηγοράκου, Ειδικού Αγορητή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής επί του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «Ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και λοιπές διατάξεις»


Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αν θέλουμε να ανακαλύψουμε τον πραγματικό πολιτικό εαυτό του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να δούμε τι πράττει στην Παιδεία.

Στην οικονομία, στη διοίκηση, στις αποκρατικοποιήσεις, στο ασφαλιστικό σύστημα, στις εργασιακές σχέσεις και αλλού, παρά τις προγενέστερες διακηρύξεις του, δέχεται, χωρίς καμία διαπραγμάτευση, χωρίς καμία αντιπρόταση, τις υποδείξεις των δανειστών.

Έτσι βλέπουμε τη μνημονιακή του μετάλλαξη σε όλο της το μεγαλείο.

Όμως, στον χώρο της εκπαίδευσης, που η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τον έλεγχο των πιστωτών, ακολουθεί κατά γράμμα όλες τις ιδεοληπτικές της εμμονές.
Επιβάλλει τις πιο αναχρονιστικές απόψεις της.
Εφαρμόζει μια κατ’ εξοχήν αντιεκπαιδευτική πολιτική.

Τι να πρωτοθυμηθούμε;
·         Τη ρετσινιά της αριστείας;
·         Τον σφιχτό εναγκαλισμό της Παιδείας με τη Θρησκεία;
·  Την επίκληση του «ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος», που θα αντιμετώπιζε τα πρωτοφανή φαινόμενα βίας, ανομίας, βανδαλισμού και εκφυλισμού  στα πανεπιστημιακά ιδρύματα;
·     Την κατάργηση και αποδόμηση όλων  των μεταρρυθμιστικών και εκσυγχρονιστικών αλλαγών, που είχαν γίνει έπειτα από επίμονες προσπάθειες;
·         Την επαναφορά των «αιώνιων φοιτητών»;
·         Την επιστροφή των συνδικαλιστικών παρατάξεων στη διοίκηση των Πανεπιστημίων;
·         Την καταπάτηση της αξιοκρατίας;
·         Την επανάκαμψη της κομματοκρατίας;
·  και κυρίως την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής με αποκλειστικό γνώμονα τη διασφάλιση πολιτικού και κομματικού οφέλους, αδιαφορώντας πλήρως για την πρωτοφανή υποβάθμιση των σπουδών;

Άλλοτε η παλιά Αριστερά, αντιμετώπιζε την εκπαίδευση ως «τον ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους, που μέσω αυτού οι συντηρητικές δυνάμεις επεδίωκαν να επιβάλουν την κυριαρχία τους», όπως έλεγε και ο μαρξιστής φιλόσοφος Λουί Αλτουσέρ.

Σήμερα η εθνολαϊκιστική Αριστερά αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως τον κατεξοχήν μηχανισμό πελατειακών σχέσεων, κομματικής εξάρτησης και άσκησης επιρροής. Όλες οι πράξεις  και οι ενέργειες της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχουν μοναδικό στόχο την κομματική εκμετάλλευση, την άγρα ψήφων και, εν τέλει, την παράδοση της Παιδείας στις ευτελείς επιδιώξεις τους.

Δεν υπάρχει πιο προκλητική, πιο γελοία, πιο χυδαία πρακτική, απ’ αυτήν που ακολουθούν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στον πανεπιστημιακό χώρο.
 Αποκαλυπτική απόδειξη είναι το εφεύρημα της υποτιθέμενης «ανωτατοποίησης των ΤΕΙ», κάνοντας λόγο για Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
·         Ποιες σχολές αναβαθμίζονται;
·         Με ποια κριτήρια;
·         Ποια είναι η αξία και η σημασία συγκεκριμένων γνωστικών αντικειμένων που μπαίνουν κάτω από την ομπρέλα «Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής»;
·         Ποια είναι η αντιστοιχία τους με τις πραγματικές ανάγκες;

·         Πώς ανταποκρίνονται οι προωθούμενες αλλαγές στην παιδεία με τις απαιτήσεις της οικονομίας, της παραγωγής και της αγοράς; 

 Σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχει καμία σοβαρή απάντηση. Ούτε μπορεί να βρεθεί.

Η μόνη απάντηση είναι ότι η εκπαίδευση έχει παραδοθεί στα χέρια μοιραίων, ανερμάτιστων  και επικίνδυνων κομματαρχών.

Μοναδικό τους μέλημα είναι η μετατροπή της εκπαίδευσης σε μηχανισμό εκμαυλισμού, εξαπάτησης και εμπορίας της αγωνίας των νέων και των οικογενειών τους για τις σπουδές.

Εξ ου και η πολιτική τους στην Παιδεία θα μείνει ως μνημείο ακραίας και αδίστακτης πελατειακής λογικής

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το ΠΑΣΟΚ πρώτο στήριξε και ανέδειξε τη σημασία της τεχνολογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.  Καταρχήν με την δημιουργία των ΤΕΙ, με την ψήφιση του ν. 1404/83 και με τη συνεχή στήριξη της λειτουργίας και της ποιοτικής αναβάθμισής τους.

Με τους νόμους 2916/2001 και 3027/2002 υπήρξε μια μεγάλη προσπάθεια να αντιστοιχιστούν τα ΤΕΙ και η ΑΣΠΑΙΤΕ στις ανάγκες αλλά και τις δυνατότητες εκείνης της εποχής. Αποτέλεσμα ήταν η θεσμική ολοκλήρωση των δύο ιδρυμάτων, η αναγνώριση του πτυχίου τους ως πρώτος ακαδημαϊκός τίτλος (Bachelor), σύμφωνα και με τη διαδικασία της Μπολόνια για τον Ευρωπαϊκό χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, καθώς και η ένταξη της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση λαμβάνοντας έτσι τη μορφή που έχει σήμερα. Μία Ανώτατη Εκπαίδευση με δύο ισότιμους τομείς τον Πανεπιστημιακό και τον Τεχνολογικό.

Εκκρεμές, όμως, παρέμεινε το ζήτημα της αυτόνομης διοργάνωσης διδακτορικών από τα ΤΕΙ, καθώς και της έκδοσης πλήρων επαγγελματικών δικαιωμάτων ανά ειδικότητα σύμφωνα και με την ευρωπαϊκή πρακτική, στις ειδικότητες που αυτά εκκρεμούσαν (κατά βάση στις σχολές ΣΤΕΦ και ΣΤΕΓ)  παρόλο που έγιναν οι αντίστοιχες προσπάθειες και αναλήφθηκαν σχετικές πρωτοβουλίες από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2010-2011. Επομένως κάθε προσπάθεια περαιτέρω αναβάθμισης των ΤΕΙ πρέπει να γίνει σε συνέχεια των παραπάνω πολιτικών.

Με το παρόν σχέδιο νόμου συγχωνεύονται σε ένα και «πανεπιστημιοποιούνται» τα δύο ΑΤΕΙ της Αττικής, το ΑΤΕΙ Πειραιά και το ΑΤΕΙ Αθηνών, χωρίς σε αυτό να συμπεριλαμβάνεται το τρίτο ίδρυμα της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης η ΑΣΠΑΙΤΕ.

Είναι κολοβή η οποιαδήποτε συγχώνευση ή «πανεπιστημιοποίηση» δύο ΑΤΕΙ, εάν δεν συζητάμε για έναν νέο χάρτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μετά από αξιολόγηση όλων των συντελεστών εκπαίδευσης από την Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) αλλά και μετά από επιστημονική αντιστοίχιση και τεκμηρίωση των αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Το νέο εκπαιδευτικό μοντέλο πρέπει να αντικατοπτρίζει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο της σύγχρονης οικονομίας. Δεν μπορεί να είναι συνέχεια ενός εκπαιδευτικού μοντέλου που αντικατοπτρίζει τις παθογένειες μιας χώρας, η οποία κατ’ ουσίαν χρεοκόπησε το 2010, ως αποτέλεσμα των καταστροφικών πολιτικών των Κυβερνήσεων Καραμανλή. Δεν είναι δυνατόν σήμερα να μοιράζονται υποσχέσεις για ίδρυση νέων τμημάτων σε διάφορες περιοχές της χώρας, όπως έγινε κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Αυτές οι διαδικασίες αξιολόγησης δεν πρέπει να αφορούν μόνο συγχωνεύσεις ΑΤΕΙ αλλά συνολικά των Ιδρυμάτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ανά περιφέρεια. Θα προβλέπουν ξεκάθαρα λύσεις για τις περιπτώσεις γεωγραφικών και επαγγελματικών, για τους αποφοίτους, επικαλύψεων.

Το παρόν Νομοσχέδιο δεν μπορεί να εξυπηρετεί μικροκομματικούς σκοπούς, να κλείνει το μάτι σε κοινωνικές ομάδες με σκοπό την εξυπηρέτηση εκλογικών στόχων και να μην εντάσσεται σε κάποιον συνολικό σχεδιασμό.

Ακόμη, στο ΣΝ δεν υπάρχουν απαντήσεις πώς θα αποφευχθεί το φαινόμενο καθηγητών ή φοιτητών «πολλαπλών ταχυτήτων» στα υπό ίδρυση ιδρύματα.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη δίνει  ιδιαίτερο βάρος στην τεχνολογική και επαγγελματική εκπαίδευση από την Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Για τον λόγο αυτό, τα διετή προγράμματα για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ δεν πρέπει να οδηγήσουν σε μια νέα τεχνητή ζήτηση τίτλων ΑΕΙ αλλά να γίνεται αποδεκτός ο ρόλος που κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης έχει.

Επομένως,  ούτε ένταξη των τεχνικών γνώσεων σε ένα ψευδεπίγραφο «ανώτατο» αλλά ούτε υποβάθμιση του επαγγελματικού Λυκείου, για το οποίο προτείνουμε να αποδίδει πιστοποιημένους τίτλους με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά επαγγελματικά δικαιώματα.

Τέλος, προτείνουμε να σταματήσει ο αναχρονιστικός διαχωρισμός αποφοίτων Τεχνολογικής και Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης στον Δημόσιο Τομέα, όσον αφορά μισθολογικά ζητήματα και ζητήματα εξέλιξης σε Π.Ε. και Τ.Ε. και την αντικατάστασή τους από νέο ενιαίο κλιμάκιο Α.Ε. (Ανώτατης Εκπαίδευσης). Βέβαια,  σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες και χωρίς αναδρομικές καταβολές.

Η Ελλάδα έχει σήμερα 20 Α.Ε.Ι. (22 μαζί με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.) και το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος). Τα ΑΤΕΙ είναι 14. Συνολικά 36 ανώτατα ιδρύματα, με βάση το πληθυσμιακό μέγεθος. Με δεδομένο ότι δεν υποδεχόμαστε ξένους φοιτητές ο αριθμός είναι ιδιαίτερα μεγάλος.

Θα μπορούσαμε να στηρίξουμε την μετεξέλιξη της τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης και τη διαμόρφωση του Ελληνικού Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης. Καμία  διάκριση Ιδρυμάτων σε ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, αλλά δημιουργία Ανώτατων Τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρύματα,  όπου θα οργανώνονται και θα συνυπάρχουν τμήματα τεχνολογικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μέσα στο ίδιο  Ίδρυμα. Οι επιστημονικές και εκπαιδευτικές συνέργειες, η διαλεκτική σχέση πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης είναι προφανής σε πολλές περιπτώσεις. Στα ΑΕΙ να συμπεριληφθούν και τα Ερευνητικά Κέντρα. Η πολυδιάσπαση δομών έχει οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα και υποβάθμιση της ποιότητας σπουδών άρα και της αξίας του πτυχίου.  Εκπαίδευση και Έρευνα σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο δεν είναι πλέον διακριτές δράσεις. Συμπληρωματικότητα λοιπόν.

Ανώτατη Εκπαίδευση που θα υποστηρίζει και θα συμμετέχει στη διαμόρφωση της εθνικής, περιφερειακής και τοπικής οικονομίας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές ανάγκες, σύμφωνα με το νέο παραγωγικό μοντέλο. Με ένα Ίδρυμα ανά περιφέρεια.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η επιστημονική γνώση παράγεται στις μεγάλες αναπτυγμένες χώρες - με μακράν πρώτες τις ΗΠΑ.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια πρέπει να είναι ανταγωνιστικά  για να συμμετέχουν σε αυτόν το αγώνα και να είναι ποιοτικοί φορείς της επιστήμης στην χώρα μας.

Χρειάζονται λοιπόν υποδομές, υψηλού επιπέδου Διδακτικό – Ερευνητικό προσωπικό (ΔΕΠ) και  επαρκής χρηματοδότηση της έρευνας.
Η χώρα μας δεν έχει την δυνατότητα να παρέχει υποδομές και να χρηματοδοτεί πολλά ΑΕΙ. Ούτε μεγάλο αριθμό διεθνούς επιπέδου ΔΕΠ.

Τα καλύτερα μυαλά την Ελλάδας, όπως πάντα, πηγαίνουν στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά και ακαδημαϊκή καριέρα.  Πολλοί όμως επέστρεφαν στην χώρα και συνέβαλαν τα μέγιστα στο να κρατηθεί υψηλά το επίπεδο διδασκαλίας και έρευνας – ιδιαίτερα της έρευνας.  Με τους σημερινούς χαμηλότατους μισθούς, η πολύτιμη αυτή πηγή  στερεύει.

Ιδρύοντας, λοιπόν, πολλά ΑΕΙ με χαμηλή χρηματοδότηση και όχι υψηλού επιπέδου προσωπικό, αναγκαστικά χαμηλώνουμε τον πήχη, τόσο στο επίπεδο σπουδών όσο και στην έρευνα – άσχετα από τις αξιέπαινες προσπάθειες των ενδιαφερομένων.

Με άλλα λόγια, κύριε  Υπουργέ, συνεχίζετε και εδώ την δημαγωγική και ισοπεδωτική πολιτική σας : πληθωρισμός ΑΕΙ, πληθωρισμός πανεπιστημιακών, πληθωρισμός φοιτητών, όλα σε χαμηλή χρηματοδότηση, χαμηλές απαιτήσεις, χαμηλή ποιότητα και, τελικά, χαμηλή εκτίμηση για τη ζωή.

Απομακρύνετε, έτσι, την Ελλάδα από την πρωτοπορία της επιστήμης και της έρευνας, αυξάνετε την απόσταση από τις προηγμένες χώρες, προσεγγίζετε τα πρότυπά σας, δηλαδή τις πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικές» βαλκανικές χώρες και τη Βενεζουέλα.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί, κύριε Υπουργέ, κατεδαφίζετε την τεχνολογική εκπαίδευση;;  Γιατί, βέβαια,  δεν πρόκειται για αναβάθμιση των ΤΕΙ.  Άλλα προγράμματα σπουδών θέλει η τεχνολογική εκπαίδευση. Απαιτούνται διδάσκοντες με διαφορετικά προσόντα, με διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές απ’ ό,τι στον Πανεπιστημιακό χώρο.

Κοιτάξτε τι γίνεται γύρω μας.   Ποια είναι η χώρα με την καλύτερη, την πιο οργανωμένη τεχνική εκπαίδευση;; Η Γερμανία.  Ποια είναι η χώρα με την καλύτερη παραγωγή τεχνικών προϊόντων (μηχανές κτλ);; Η Γερμανία, φυσικά. Ο Μακρόν προτείνει την ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης  σαν μια από τις σημαντικότερες  μεταρρυθμίσεις για την οικονομική ανάπτυξη της Γαλλία;

Και ποιες χώρες έχουν πληθώρα (άνεργων)  πτυχιούχων ΑΕΙ και μικρή παραγωγική βάση;;  Αίγυπτος, Τυνησία, Ρουμανία, Βενεζουέλα,  κτλ.  Εκεί θέλετε να μοιάσουμε;; Μέχρι εκεί φτάνουν οι φιλοδοξίες σας και οι ικανότητες σας;;;

Φοβάμαι πως είναι ακόμα χειρότερα. Όπως προτιμάτε να μοιράζετε ψευτο-επιδόματα σε απελπισμένους άνεργους, αντί να προωθείτε την παραγωγική απασχόληση και την παραγωγή,  έτσι προτιμάτε να φτιάχνετε μέτρια πανεπιστήμια και στρατιές πτυχιούχων, αντί να αφιερώνετε τα κονδύλια που διαθέτει η χώρα στη ποιοτική παιδεία, στην αριστεία, σε διεθνώς ανταγωνιστικά Πανεπιστήμια,  προσανατολισμένα στην παραγωγή.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η απελευθέρωση των Ιδρυμάτων και η ενίσχυση της αυτονομίας τους πρέπει να ακολουθηθεί και από τομές ενίσχυσης της εξωστρέφειας και διεθνοποίησης των ελληνικών δημόσιων ιδρυμάτων (ξενόγλωσσα προγράμματα στα Τμήματα, τόσο προπτυχιακά όσο και μεταπτυχιακά, distance-learning και e-learning για όλα τα προγράμματα εφόσον αυτό είναι εφικτό).

Τα ίδια τα Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά και τη διαχείριση από τις Αρχές τους, πρέπει να αποφασίζουν για τους εισακτέους τους, τα Μεταπτυχιακά τους Προγράμματα, τους Καθηγητές τους, την ίδρυση ή κατάργηση τμημάτων. Απελευθέρωση στην πράξη, λοιπόν μαζί με την αντίστοιχη κοινωνική λογοδοσία.

Η Ελλάδα  και τα ΑΕΙ να γίνουν διεθνής εκπαιδευτικός χώρος αναφοράς. 

Μέριμνά μας είναι να έχει πρόσβαση και ο πιο αδύναμος σε ένα σύστημα εκπαίδευσης με πολλαπλές ευκαιρίες και δυνατότητα κινητικότητας μεταξύ των βαθμίδων ανάλογα με τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και την απόδοσή του. Η εκπαίδευση για εμάς είναι δυνατότητα, όχι ευκαιρία. Και βασική μας έννοια είναι η στήριξη όσων το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.